ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΟΥ ΡΙΚ ΠΟΥ ΑΠΤΕΤΑΙ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ

 ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΥΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ ΓΥΜΝΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑΣ

ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟΥ ΤΗΣ "ΗΛΙΟΣ" ΑΠΟ ΤΑ ΜΜΕ

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ  ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟΥ ΤΗΣ "ΗΛΙΟΣ"

  ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ UNOPS

 ΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ "ΠΟΛΙΤΗ" ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ

 ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΒΙΑΣΜΟ ΝΕΑΣ

 ΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ "ΠΟΛΙΤΗ" ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΠΑΙΔΙΟΥ

ΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ "ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΥ" ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟΥ ΤΗΣ Ε.Φ.

 ΔΥΣΜΕΝΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΡΙΚ 

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ ΑΝΗΛΙΚΗΣ 

 ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ Γ.Γ. ΤΟΥ ΑΚΕΛ

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΓΙΑ ΑΝΑΚΡΙΒΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ

 ΜΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΡΙΚ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΓΚΙΝΤΕΡ ΦΕΡΧΟΙΓΚΕΝ

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ NEW EXTRA TV

ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΑΝΤ1, ΜΕΓΑ ΚΑΙ ΣΙΓΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΥΠΟΠΤΩΝ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ

ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΑΝΤ1 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΕ ΣΧΟΛΕΙΟ

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΦΕΡΟΜΕΝΟ ΒΙΑΣΜΟ ΑΝΗΛΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΤΟ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΑ

ΡΕΠΟΡΤΑΖ  ΡΙΚ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΑΦΟΥ

ΔΥΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ  ΤΟΥ "ΜΕΓΑ" ΓΙΑ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΘΗΛΕΩΝ

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ  ΓΙΑ ΜΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΔΗΛΩΣΕΩΝ

       

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΟΥ ΡΙΚ ΠΟΥ ΑΠΤΕΤΑΙ

ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ

 Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, με βάση την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για αυτεπάγγελτη εξέταση σοβαρών υποθέσεων, επιλήφθηκε του θέματος της μετάδοσης τηλεοπτικού ρεπορτάζ από το ΡΙΚ  για «γυναίκα αστυνομικό» που φέρεται να βιντεογραφήθηκε σε προσωπικές στιγμές.

Η Επιτροπή ζήτησε τις απόψεις του ΡΙΚ, αλλά δεν έχουν δοθεί, ως όφειλε, με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και είδε από μαγνητοσκόπηση το επίμαχο ρεπορτάζ και τις συζητήσεις γύρω από το θέμα και έλαβε υπόψη τις θέσεις που ανέπτυξε ο Διευθυντής του Τμήματος Ειδήσεων Γιάννης Καρεκλάς από τηλεοράσεως.

Η Επιτροπή  σημείωσε την απολογία του κ. Καρεκλά, που εξέφρασε θλίψη για λέξεις και ατυχείς αναφορές στο ρεπορτάζ και για «οποιαδήποτε αναστάτωση είχε προκληθεί σε τηλεθεατές και στα πρόσωπα που θίγονται», έστω και αν λήφθηκε πρόνοια να καλυφθεί η ταυτότητα της γυναίκας.

Η Επιτροπή σημείωσε επίσης τη θέση του ότι το ρεπορτάζ σκοπό είχε να εκθέσει το δράση που δημοσιοποίησε το βίντεο, αλλά διαπίστωσε ότι στην πράξη εξέθεσε και θυματοποίησε τη γυναίκα.

Η Επιτροπή διαπίστωσε περαιτέρω ότι το ρεπορτάζ περιείχε λεπτομέρειες προσωπικών δεδομένων και αναφορές στην ιδιωτική ζωή και ως εκ τούτου συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί σεβασμού της υπόληψης και της ιδιωτικής ζωής.

Αποφάσισε επίσης, υπό το φως και της κατηγορηματικής διάψευσης από τον Αρχηγό της Αστυνομίας, ότι ο ισχυρισμός για πρόθεσης της ηγεσίας της Αστυνομίας να πάρει μέτρα εναντίον της γυναίκας-αστυνομικού συνιστά παραβίαση της πρόνοιας περί μη μετάδοσης ανακριβών, παραπλανητικών ή φανταστικών πληροφοριών.

Περαιτέρω, η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο του ρεπορτάζ, οι εικόνες που προβλήθηκαν και η μετάδοσή του -και μάλιστα σε ώρα οικογενειακής ζώνης και υψηλής τηλεθέασης- δεν συνάδουν προς την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ότι το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών των ΜΜΕ πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης.

Η Επιτροπή, έχοντας υπόψη την υψηλή αποστολή των ΜΜΕ, καλεί τους αρμοδίους του ΡΙΚ να μεριμνήσουν ώστε να μη υπάρξει επανάληψη ανάλογων περιπτώσεων.

       

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΎΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ

ΓΥΜΝΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑΣ

 Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο που αφορούσε σε ρεπορτάζ των τηλεοπτικών σταθμών ΑΝΤ1, ΜΕΓΑ και ΣΙΓΜΑ, σχετικά με καθηγήτρια, της οποίας γυμνή φωτογραφία είχε υποκλαπεί από  μαθητή από το κινητό της τηλέφωνο και σταλεί σε άλλους μαθητές και πολίτες.

Η Επιτροπή επιλήφθηκε της υπόθεσης γιατί τη θεώρησε πολύ σοβαρή και εξασφάλισε τη συγκατάθεση της καθηγήτριας για την εξέτασή της.

Κατά την εξέταση του παραπόνου, η Επιτροπή είδε από μαγνητοσκόπηση τα επίμαχα ρεπορτάζ και έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν από την καθηγήτρια.

Η Επιτροπή σημείωσε και αποδοκίμασε την απροθυμία των αρμοδίων των τηλεοπτικών σταθμών ΑΝΤ1 και ΣΙΓΜΑ να ανταποκριθούν σε αίτημά της να υποβάλουν εγκαίρως τις απόψεις τους επί του παραπόνου.

Ο διευθυντής ειδήσεων του ΜΕΓΑ ανέφερε ότι είχε ληφθεί πρόνοια να μη δοθούν στοιχεία που θα οδηγούσαν στην αποκάλυψη της ταυτότητα της καθηγήτριας και δεν μεταδόθηκε η φωτογραφία της.

Μετά την εξέταση όλων των ενώπιόν της στοιχείων, η Επιτροπή κατέληξε στην ακόλουθη απόφαση:

Ο τηλεοπτικός σταθμός ΜΕΓΑ έλαβε μέριμνα να μη περιλάβει στο ρεπορτάζ του οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποκάλυψη της ταυτότητας της καθηγήτριας και δε μετέδωσε τη φωτογραφία της. Παρά το γεγονός αυτό, λόγω της έκτασης της δημοσιότητας που είχε δοθεί στην υπόθεση, η ταυτότητα της καθηγήτριας είχε ήδη γίνει ευρέως γνωστή και το στοιχείο αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την ετοιμασία του ρεπορτάζ.

Η Επιτροπή έκρινε ότι η μετάδοση ισχυρισμών μαθητών ότι η ίδια η καθηγήτρια είχε στείλει τη φωτογραφία της σε κινητά τηλέφωνα μαθητών της παραβιάζει τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για σεβασμό της υπόληψης και ιδιωτικής ζωής και του προσωπικού καθεστώτος, καθώς και της υποχρέωσης των ΜΜΕ να μη δημοσιεύουν ή μεταδίδουν ανακριβείς πληροφορίες. Οι ισχυρισμοί δεν αποσύρθηκαν, ως όφειλε, και η σύντομη αναφορά στο τέλος του ρεπορτάζ ότι η «καθηγήτρια διαψεύδει τους ισχυρισμούς» των μαθητών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής αντίκρουση των ισχυρισμών αυτών και δεν αίρει την παραβίαση της πρόνοιας του κώδικα.

Στην περίπτωση των ρεπορτάζ του ΑΝΤ1 και του ΣΙΓΜΑ, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι περιείχαν  πολλά στοιχεία τα οποία αποκάλυπταν με σαφή τρόπο την ταυτότητα της καθηγήτριας, όπως οι αναφορές στην ηλικία, την ειδικότητά της ως καθηγήτριας, στο σχολείο στο οποίο δίδασκε και στην προβολή δηλώσεων από άτομα που είχαν άμεση σχέση με το σχολείο.

Στα ρεπορτάζ των δύο τηλεοπτικών σταθμών προβλήθηκε επανειλημμένα η φωτογραφία της καθηγήτριας, από τον ΑΝΤ1 χωρίς καμιά αλλοίωση και από το ΣΙΓΜΑ με μερική ηλεκτρονική σκίαση.

Η Επιτροπή έκρινε ότι τα ρεπορτάζ των δύο αυτών τηλεοπτικών σταθμών συνιστούσαν παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για σεβασμό της υπόληψης και ιδιωτικής ζωής και του προσωπικού καθεστώτος, καθώς για μη παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή και μη λήψη φωτογραφιών χωρίς συγκατάθεση.

Επίσης έκρινε ότι η εξασφάλιση και μετάδοση της φωτογραφίας, παρά το γεγονός ότι στα ρεπορτάζ αναφερόταν ότι είχε υποκλαπεί, συνιστούσε παραβίαση των προνοιών του Κώδικα για μη υποκλοπή και μη λήψη πληροφοριών και στοιχείων με δόλιο τρόπο.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η λήψη και μετάδοση δηλώσεων από ανηλίκους μαθητές και από τους τρεις τηλεοπτικούς σταθμούς συνιστά παραβίαση της πρόνοιας ότι δεν λαμβάνονται δηλώσεις από παιδιά χωρίς τη συγκατάθεση του γονέως ή άλλου ενηλίκου που έχει την ευθύνη γι’ αυτά και ότι τα ρεπορτάζ τους δεν ανταποκρίνονταν στην πρόνοια ότι το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών των ΜΜΕ πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής επαγγελματικής στάθμης.

Η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι τα προσωπικά δεδομένα πολιτών πρέπει να τυγχάνουν απόλυτου σεβασμού και καλεί τα ΜΜΕ να επιδεικνύουν ιδιαίτερη ευαισθησία για τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών και να είναι προσεκτικά στο χειρισμό παρόμοιων υποθέσεων.

Τέλος, η Επιτροπή επιθυμεί να εκφράσει τη συμπάθειά της προς την καθηγήτρια για την επέμβαση στην ιδιωτική της ζωή και στα προσωπικά της δεδομένα.

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας καλεί τους τηλεοπτικούς σταθμούς ΑΝΤ1, ΜΕΓΑ και ΣΙΓΜΑ να μεταδώσουν την απόφαση αυτή, με βάση τη σχετική πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

       

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΧΕΙΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟΥ

ΤΗΣ "ΗΛΙΟΣ" ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ

 Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, σε έκτακτη συνεδρία της, εξέφρασε ανησυχία και αποδοκίμασε έντονα την κατά συρροή παραβίαση σειράς βασικών προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας από τα ΜΜΕ κατά το χειρισμό του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος της 14ης Αυγούστου, 2005.

 Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη ότι το δικαίωμα έκφρασης αποτελεί το υπόβαθρο της άσκησης του δημοσιογραφικού λειτουργήματος και σημειώνοντας ότι το δικαίωμα του πολίτη για αντικειμενική, ολοκληρωμένη και έγκυρη και έγκαιρη πληροφόρηση αποτελεί υποχρέωση όλων των Μέσων και των λειτουργών τους, προέβη στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

            1. Τα ΜΜΕ και οι λειτουργοί τους κάτω από αντίξοες συνθήκες επιτέλεσαν σημαντικό έργο για την πληροφόρηση του κοινού σχετικά με την τραγωδία και άσκηση δημόσιου ελέγχου.

            2. Κατά το χειρισμό του αεροπορικού δυστυχήματος υπήρξε εκ μέρους των τηλεοπτικών σταθμών και άλλων ΜΜΕ έλλειψη της αναγκαίας ευαισθησίας προς τον ανθρώπινο πόνο και το θάνατο.

            3. Υπήρξε έλλειψη διακριτικότητας και συμπάθειας και αχρείαστη παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή και σε ιδιωτικές στιγμές πένθους, θλίψης και ψυχικού κλονισμού των συγγενών των θυμάτων του δυστυχήματος.

            4. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ακρίβεια των πληροφοριών θυσιάστηκε σε μεγάλο βαθμό στο βωμό του εντυπωσιασμού με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κλίμα προκατάληψης και σύγχυση, με την απουσία διάκρισης μεταξύ γεγονότων, σχολίων και εικασιών.

            5. Παραβιάστηκε το δικαίωμα της απάντησης, ιδιαίτερα ανθρώπων που επηρεάζονταν άμεσα, οι οποίοι, λόγω της σοβαρότητας των αναφορών, δεν κλήθηκαν να δώσουν απάντηση ή τη δική τους εκδοχή ταυτόχρονα με τη δημοσιοποίηση των ισχυρισμών.

            6. Παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας ανθρώπων και οργανισμών, που καταδικάστηκαν στη συνείδηση της κοινής γνώμης χωρίς καν να ακουσθούν και χωρίς να έχει  ολοκληρωθεί ή αρχίσει καν οιαδήποτε ανεξάρτητη διερεύνηση των περιστατικών της τραγωδίας.

            7. Παραβιάστηκε η πρόνοια του Κώδικα για μη δημοσίευση φωτογραφιών παιδιών και πληροφοριών για την προσωπική τους κατάσταση ή ευημερία.

Η Επιτροπή σημείωσε ότι πλείστες από τις παραβιάσεις των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας έγιναν με την αναμετάδοση εκπομπών ή αναδημοσίευση πληροφοριών και τόνισε ότι το γεγονός αυτό δεν απαλλάσσει τα ΜΜΕ της ευθύνης για τήρηση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας καλεί τους ιθύνοντες των ΜΜΕ, αλλά και τους λειτουργούς τους, να σέβονται και τηρούν τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, επισημαίνοντας ότι η παραβίασή τους υπονομεύει και θέτει υπό σοβαρή απειλή την αυτορρύθμιση των ΜΜΕ και των λειτουργών τους και δημιουργεί κινδύνους για την ελευθερία έκφρασης και την άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος.

 Η Επιτροπή αποφάσισε να καλέσει τους ιθύνοντες των ΜΜΕ σε σύσκεψη για μελέτη σε βάθος του όλου θέματος.

Επίσης καλεί τα ΜΜΕ να μεταδώσουν ή να δημοσιεύσουν την απόφαση αυτή, σύμφωνα με την υποχρέωση που έχουν αναλάβει με την από μέρους τους υπογραφή του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

        

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟΥ ΤΗΣ "ΗΛΙΟΣ"

 

            Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας διαπίστωσε σοβαρότατη παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας από την εφημερίδα «Φιλελεύθερος», κυρίως με τη δημοσίευση φωτογραφίας απανθρακωμένης σορού θύματος της αεροπορικής τραγωδίας στο Γραμματικό.

            Η Επιτροπή, σε έκτακτη συνεδρία της, εξέτασε σωρεία παραπόνων εναντίον της εφημερίδας για δημοσίευση, στις 15 Αυγούστου, 2005 φωτογραφίας από το σημείο πρόσκρουσης του αεροπλάνου της εταιρείας «Ηλιος», που παρουσίαζε απανθρακωμένη σορό με εμφανή χαρακτηριστικά και άλλες σορούς σκορπισμένες στο έδαφος.

            Η Επιτροπή εξέφρασε έντονη αποδοκιμασία για το γεγονός ότι, κατά παράβαση σαφών προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας,  με τη δημοσίευση της φωτογραφίας επιδείχθηκε απαράδεκτη έλλειψη  ευαισθησίας στην παρουσίαση του ανθρώπινου πόνου και του θανάτου και έκρινε ότι η φωτογραφία προκαλεί φρίκη και αποτροπιασμό.

            Περαιτέρω, η Επιτροπή έκρινε απαράδεκτη την αιτιολόγηση που δημοσίευσε η εφημερίδα στην έκδοσή της την επομένη, 16 Αυγούστου, 2005, ότι με τη δημοσίευση της φωτογραφίας, σκοπός ήταν η αποτύπωση του μεγέθους της συμφοράς «ώστε να δοθεί το ξεκάθαρο μήνυμα: ποτέ πια τέτοιες τραγωδίες» και ότι πρόθεσή της  ήταν «η αποτροπή μιας νέας συμφοράς».

            Είναι προφανές ότι η δημοσίευση της φωτογραφίας δεν συμβάλλει στην αποτροπή νέων αεροπορικών ατυχημάτων, αλλά εμπεριέχει το στοιχείο του εντυπωσιασμού και το μόνο αποτέλεσμα είναι η πρόκληση αφόρητου ανθρώπινου πόνου, φρίκης και αποτροπιασμού.

            Η Επιτροπή αποφάσισε να καλέσει την εφημερίδα, όπως, συμμορφούμενη προς την υποχρέωση που ανέλαβαν τα ΜΜΕ με την προσυπογραφή του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, δημοσιεύσει αυτούσια την απόφασή της μέσα σε διάστημα τεσσάρων ημερών από την επίδοσή της.

        

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ UNOPS

 Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο του δημοσιογράφου κ. Μιχάλη Ιγνατίου, ανταποκριτή του ΜΕΓΑ στις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι ο δημοσιογράφος κ. Μακάριος Δρουσιώτης παραποίησε ανταπόκρισή του ή ότι τη χρησιμοποίησε επιλεκτικά, αλλάζοντας το περιεχόμενό της και κατέληξε σε αυθαίρετα συμπεράσματα και ότι παρέλειψε να του δώσει την ευκαιρία να απαντήσει σε κατηγορίες για μετάδοση ανακριβών ειδήσεων και παραπληροφόρηση.

Το θέμα ανέκυψε μετά την κυκλοφορία ντοκιμαντέρ του κ. Δρουσιώτη υπό τον τίτλο «Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα», σε ψηφιακό δίσκο και σε βιβλιάριο με ταυτόσημο περιεχόμενο.

Μετά την υποβολή του παραπόνου από τον κ. Ιγνατίου, ο κ. Δρουσιώτης υπέβαλε παράπονο εναντίον του κ. Ιγνατίου και άλλων δημοσιογράφων ότι χωρίς τεκμηρίωση κατηγόρησαν πολίτες πως χρηματίστηκαν για να υποστηρίξουν το σχέδιο Ανάν.

Η Επιτροπή αποφάσισε ότι κωλυόταν να εξετάσει το παράπονο του κ. Δρουσιώτη, λόγω της παρέλευσης του χρονικού ορίου των 30 ημερών που προνοείται από τους Κανονισμούς Λειτουργίας της Επιτροπής, δεδομένου ότι διατυπώθηκε μετά παρέλευση 18 και πλέον μηνών από τα επίμαχα γεγονότα και για τα οποία, εν πάση περιπτώσει η Επιτροπή είχε τοποθετηθεί σχετικώς τότε.

Αφού η Επιτροπή μελέτησε τις γραπτές θέσεις των δύο δημοσιογράφων και είδε το ντοκιμαντέρ, έκρινε αναγκαίο να καλέσει και τους δύο να παραθέσουν και προφορικώς τις θέσεις τους και να δώσουν συμπληρωματικές πληροφορίες.

Η Επιτροπή μελέτησε επίσης ανταποκρίσεις του κ. Ιγνατίου από τις 26 Οκτωβρίου, 2004 μέχρι την 1η Νοεμβρίου, 2004, μεταξύ των οποίων και ανταπόκριση στις 27 Οκτωβρίου, 2004, που αποτελούσε το αντικείμενο κριτικής στο ντοκιμαντέρ του κ. Δρουσιώτη.

Η ανταπόκριση αυτή αφορούσε σε ενημέρωση του εκπροσώπου του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών σχετικά με τη διάθεση των κονδυλίων της UNOPS και ειδικότερα κονδυλίου 6,4 εκ. δολαρίων για την εκτέλεση δικοινοτικών προγραμμάτων στην Κύπρο.

Ο παρουσιαστής του δελτίου εισήγαγε την ζωντανή ανταπόκριση του κ. Ιγνατίου για τα κονδύλια της UNOPS με αναφορά σε χρήματα που διατέθηκαν στην Κύπρο «για δικοινοτικά προγράμματα, αλλά και για προώθηση του σχεδίου Ανάν».

Ο κ. Δρουσιώτης, παραθέτοντας τις θέσεις του στην Επιτροπή ανέφερε ότι, όπως είχε υποστηρίξει και στο ντοκιμαντέρ του, δεν υπήρξε καμιά παραποίηση, γιατί το ποσό των 6,4 εκ. δολαρίων, εδικαιολογείτο πλήρως από την έκθεση των συμβούλων Nathan Associates, στην οποία αναφέρεται ότι το κονδύλι αυτό διετέθη για δικοινοτικά προγράμματα και όχι για χρηματισμό πολιτών για προώθηση του σχεδίου Ανάν.

Ο κ. Δρουσιώτης ανέφερε επίσης ότι κατά την ενημέρωσή του, ο εκπρόσωπος του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών δε δέχθηκε την ερμηνεία άλλου δημοσιογράφου ότι η έκθεση περιείχε κατάλογο ατόμων που χρηματίστηκαν, τον οποίο και αρνήθηκε να δώσει στη δημοσιότητα, όπως αναφέρθηκε στην ανταπόκριση.

Ο κ. Ιγνατίου, κατά την παράθεση των θέσεών του, διευκρίνισε ότι μέρος των πληροφοριών που μετέδωσε σε σειρά ανταποκρίσεών του από τις 26 Οκτωβρίου 2004 μέχρι την 1η Νοεμβρίου, 2004, οι οποίες αναφέρονταν, μεταξύ άλλων και σε χρηματοδότηση πολιτών προς υποστήριξη του σχεδίου Ανάν, προέρχονταν από άτυπη ενημέρωση του εκπροσώπου του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών ή άλλες πηγές. Επίσης ανέφερε ότι από τις ανταποκρίσεις του προκύπτει πως αναφερόταν σε άλλη έκθεση που είχε υπόψη και άλλα ποσά που διατέθηκαν για την προώθηση του σχεδίου Ανάν και δεν προέρχονταν από το κονδύλι των 6,4 εκ. δολαρίων.

Από την εξέταση των ανταποκρίσεων, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο κ. Ιγνατίου, σε ανταπόκρισή του, στις 26 Οκτωβρίου, 2004, αναφέρθηκε στη διάθεση ποσών σε άτομα και οργανισμούς με σκοπό την προώθηση του σχεδίου Ανάν. Σε ανταπόκριση ημερομηνίας 29ης Οκτωβρίου, 2004, ο κ. Ιγνατίου, όταν ο παρουσιαστής αναφέρθηκε στην έκθεση σχετικά με τα 6,4 εκ. δολάρια, διευκρίνισε ότι οι πληροφορίες του για χρηματισμό ατόμων στην Κύπρο αφορούσαν σε μια διαφορετική έκθεση από εκείνη που ανέλυε τη διάθεση των 6,4 εκ. δολαρίων.

Αυτή η διευκρίνηση δεν έγινε στην ανταπόκριση της 27ης Οκτωβρίου, 2004, με αποτέλεσμα να μην καταστεί σαφές ότι ο παρουσιαστής του δελτίου αναφερόταν σε έκθεση για τα κονδύλια της UNOPS και ο κ. Ιγνατίου αναφέρονταν σε άλλα κονδύλια και διαφορετική έκθεση, και να προκληθεί σύγχυση γύρω από το όλο θέμα.

Η Επιτροπή έκρινε ότι στο ντοκιμαντέρ του κ. Δρουσιώτη έγινε επιλεκτική αναφορά στην ανταπόκριση του κ. Ιγνατίου, της 27ης Οκτωβρίου, 2004, με αποτέλεσμα να ήταν δυνατό να δημιουργηθεί εσφαλμένη εικόνα ως προς το θέμα που αποτελούσε το αντικείμενό της.

Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έγινε παραποίηση της επίμαχης ανταπόκρισης της 27ης Οκτωβρίου, 2004, δεδομένου ότι σε κανένα σημείο της όλης είδησης δεν ξεκαθαρίστηκε ότι γινόταν αναφορά σε διαφορετικά θέματα και η εντύπωση που δόθηκε ήταν ότι αντικείμενο της ήταν το ποσό των 6,4 εκ. δολαρίων.

Ως προς το παράπονο του κ. Ιγνατίου για παράλειψη συμπερίληψης των απόψεών του, η θέση του κ. Δρουσιώτη ήταν πως αντικείμενο του ντοκιμαντέρ ήταν το τι ελέχθη ή έγινε σχετικά με τους ισχυρισμούς για χρηματοδότηση πολιτών προς υποστήριξη του σχεδίου Ανάν και όχι το γιατί.

Ο κ. Δρουσιώτης πληροφόρησε την Επιτροπή ότι μετά τις απόψεις που εκφράστηκαν σε συνάντησή του με υποεπιτροπή της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, αποφάσισε να περιλάβει, και έχει περιλάβει, τις θέσεις του κ. Ιγνατίου στην ηλεκτρονική του σελίδα, στην οποία υπάρχει και το ντοκιμαντέρ και ότι θα πράξει το ίδιο σε περίπτωση επανέκδοσης του ντοκιμαντέρ.

Ο κ. Ιγνατίου υποστήριξε ότι εφ΄ όσον είχε κατηγορηθεί για μετάδοση ανακριβών ειδήσεων και παραπληροφόρηση θα έπρεπε να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει στα πλαίσια του ίδιου του ντοκιμαντέρ.

Επίσης πληροφόρησε την Επιτροπή ότι η παράθεση των απόψεών του στην ηλεκτρονική σελίδα του κ. Δρουσιώτη δεν τον ικανοποιεί.

Η Επιτροπή έκρινε ότι θα έπρεπε να είχε δοθεί στον κ. Ιγνατίου η ευκαιρία να απαντήσει στις επικρίσεις εναντίον του, όπως προβλέπει ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

       

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ "ΠΟΛΙΤΗ" ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

            Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο εναντίον της εφημερίδας «Πολίτης» για δημοσίευμα για ομοφυλοφιλικές σχέσεις Αρχιμανδρίτη της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού με νεαρό.

            Εκ μέρους του υποβαλόντος το παράπονο Πρωτοπρεσβύτερου Χρήστου Αναξαγόρα προσήλθαν και παράθεσαν τις θέσεις και απόψεις τους οι κ.κ. Γιώργος Ηλιάδης και Σταύρος Ολύμπιος και εκ μέρους της εφημερίδας ο αρχισυντάκτης κ. Σωτήρης Παρούτης.

 Τα γεγονότα

             Από τα έγγραφα που υποβλήθηκαν και την παράθεση των απόψεων των δύο πλευρών, προκύπτουν τα ακόλουθα κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητηθέντα γεγονότα:

            Στις 14 Ιουλίου, 2006, ο «Πολίτης» πήρε σε φάκελο από άγνωστο αποστολέα ένα ψηφιακό δίσκο με φωτογραφίες και μια ηχογραφημένη συνομιλία. Αφού οι υπεύθυνοι της εφημερίδας εξέτασαν το περιεχόμενο του δίσκου κάλεσαν τον κ. Γιώργο Ηλιάδη, ως έχοντα στενή επαφή με το Μητροπολίτη Λεμεσού και του έθεσαν υπόψη το περιεχόμενο. Ο κ. Ηλιάδης αναγνώρισε στις φωτογραφίες συγκεκριμένο Αρχιμανδρίτη.

            Ο Αρχιμανδρίτης, λόγω αρχαιότητας, είναι ο δεύτερος τη τάξη στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, προϊστάμενος της Φιλοπτώχου και υπεύθυνος των παιδικών κατασκηνώσεων της Μητρόπολης και εξομολογητής.

            Οι αποδιδόμενες στον Αρχιμανδρίτη ομοφυλοφιλικές σχέσεις συνιστούν λόγο καθαίρεσης.

            Η εφημερίδα «Πολίτης» δημοσίευσε στις 20 Ιουλίου είδηση περί ύπαρξης πορνογραφικού υλικού που ενοχοποιούσε κληρικό, στις 21 Ιουλίου είδηση περί αμφισβήτησης της γνησιότητας των φωτογραφιών από τη Μητρόπολη Λεμεσού και περί συζήτησης του θέματος μεταξύ του Τοποτηρητή του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου και του Μητροπολίτη Λεμεσού, στις 22 Ιουλίου είδηση περί διεξαγωγής αστυνομικής έρευνας για το θέμα και στις 23 Ιουλίου, 2006, είδηση υπό τον τίτλο «Ροζ σκάνδαλο στη Μητρόπολη Λεμεσού», συνοδευόμενο από δύο φωτογραφίες ενός ιερωμένου, κατονομάζοντας τον φερόμενο ως εμπλεκόμενο Αρχιμανδρίτη.

 Οι θέσεις των δύο πλευρών

             Στην κατάθεσή του ενώπιον υποεπιτροπής της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ο κ. Ηλιάδης αμφισβήτησε τη γνησιότητα των φωτογραφιών και ανέφερε ότι η ηχογραφημένη συνομιλία ήταν προϊόν μοντάζ.

            Οι κ.κ. Ηλιάδης και Σταύρος Ολύμπιος χαρακτήρισαν το δημοσίευμα βάναυσο και δήλωσαν ότι οδηγεί σε δολοφονία χαρακτήρος, ότι ήταν γραμμένο κατά τρόπο που παραβιάζει τη δεοντολογία και το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και  ότι ο χρόνος της δημοσίευσης υποκρύπτει σκοπιμότητες, εν όψει της προεκλογικής εκστρατείας για τις Αρχιεπισκοπικές εκλογές, με στόχο να πληγεί ο Μητροπολίτης Λεμεσού.

            Ο κ. Παρούτης ανέφερε ότι οι υπεύθυνοι της εφημερίδας αποφάσισαν να προβούν στη δημοσίευση αφού έλαβαν επιστημονική γνωμάτευση για τη γνησιότητα των φωτογραφιών και του ηχητικού, και πείσθηκαν για την ακρίβεια των πληροφοριών και του περιεχομένου ένορκης κατάθεσης του εμπλεκόμενου νεαρού.

            Είπε ότι η εφημερίδα θα ανέμενε το αποτέλεσμα της διερεύνησης του θέματος από το Μητροπολίτη Λεμεσού και αποφάσισε να προχωρήσει στη δημοσίευση ύστερα από ανακοίνωση του Μητροπολίτη ότι είχε καταγγελθεί υπόθεση σκευωρίας στην Αστυνομία, παρά το γεγονός ότι με τον κ. Ηλιάδη είχε συμφωνηθεί από κοινού διερεύνησης της γνησιότητας των φωτογραφιών.

            Ο κ. Παρούτης ανέφερε ότι η εφημερίδα αποφάσισε να προβεί στη δημοσίευση των πληροφοριών της, επειδή έκρινε ότι ο Αρχιμανδρίτης, λόγω της θέσης και των αρμοδιοτήτων του, είναι δημόσιο πρόσωπο και η ιδιωτική του ζωή ή δραστηριότητες σε σχέση με τη θέση και τις αρμοδιότητές του, ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος.

            Επίσης ανέφερε ότι η εφημερίδα δεν θεώρησε αναγκαίο να θέσει το θέμα στον ίδιο τον άμεσα ενδιαφερόμενο, επειδή έκρινε ότι ήταν αρκετή η ενημέρωση, με σκοπό διερεύνησης της υπόθεσης, του Μητροπολίτη Λεμεσού, ως πνευματικού πατέρα και προϊσταμένου του Αρχιμανδρίτη.

            Η Επιτροπή, αφού εξέτασε το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, όλο το υλικό που τέθηκε στη διάθεσή της και τις θέσεις που παρέθεσαν προφορικά οι δύο πλευρές, αποφάσισε ότι ο φερόμενος ως εμπλεκόμενος στην υπόθεση Αρχιμανδρίτης, λόγω της θέσης που κατέχει, ως δεύτερος της τάξη στη Μητρόπολη Λεμεσού, και των αρμοδιοτήτων του, ως προϊσταμένου της Φιλοπτώχου της Μητρόπολης, υπεύθυνου των παιδικών κατασκηνώσεων και εξομολογητή, είναι δημόσιο πρόσωπο και η ιδιωτική του ζωή σχετίζεται άμεσα με τη θέση και τις αρμοδιότητές του και επομένως η εφημερίδα είχε το δικαίωμα να ασχοληθεί με αυτή, λαμβάνοντας όμως υπόψη το γράμμα και το πνεύμα των υπολοίπων προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

Η Επιτροπή αποφάσισε ότι οι λεπτομέρειες που παρατέθηκαν, ο τρόπος παρουσίασης του θέματος και το ύφος του δημοσιεύματος καθώς και η δημοσίευση των φωτογραφιών που συνόδευαν την είδηση, παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματά του Αρχιμανδρίτη και πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

Η Επιτροπή αποφάσισε το περιεχόμενο της είδησης συνιστά παραβίαση των προνοιών του Κώδικα περί σεβασμού του τεκμηρίου της αθωότητας και αποφυγής διασυρμού ή διαπόμπευσης.

Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες περί μη λήψης φωτογραφιών με δόλιο τρόπο.

Επί του προκειμένου, η Επιτροπή έκρινε ότι για τους σκοπούς της εξέτασης του παραπόνου δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί περί της γνησιότητας ή όχι των φωτογραφιών.

Η Επιτροπή αποφάσισε ότι, παρά το γεγονός πως ενημερώθηκε δι’  αντιπροσώπου ο Μητροπολίτης Λεμεσού, το θέμα θα έπρεπε να τεθεί υπόψη του ίδιου του Αρχιμανδρίτη για να παραθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί παροχής του δικαιώματος απαντήσεως στους άμεσα επηρεαζομένους στην κατάλληλη περίπτωση.

Η Επιτροπή θεωρεί ελαφρυντικό στοιχείο το γεγονός  ότι οι καθ’ ων το παράπονο προέβησαν σε σειρά ενεργειών για να εξακριβώσουν το αληθές των ισχυρισμών, το οποίο όμως δεν αίρει τις προαναφερθείσες παραβιάσεις.

       

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΒΙΑΣΜΟ ΝΕΑΣ

 Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο για σχεδόν ταυτόσημες ειδήσεις που δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες «Πολίτης» και «Φιλελεύθερος» σχετικά με το βιασμό νέας, οι οποίες περιλάμβαναν λεπτομερή περιγραφή του εγκλήματος.

            Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τα δημοσιεύματα και τη θέση των δύο εφημερίδων ότι με τις ειδήσεις τους δεν παραβιάστηκε καμιά πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, αποφάσισε ότι με τη λεπτομερή περιγραφή και την αναπαραγωγή των σκηνών του βιασμού   υπήρξε και από τα δύο έντυπα παραβίαση προνοιών του Κώδικα,.

Ειδικότερα, η επιτροπή αποφάσισε ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες περί επίδειξης της αρμόζουσας ευαισθησίας σε θέματα που αφορούν τη βία, το έγκλημα και τον ανθρώπινο πόνο, καθώς και επίδειξης διακριτικότητας και συμπάθειας και αποφυγής πράξεων που είναι δυνατό να οξύνουν τον ανθρώπινο πόνο.

       

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ "ΠΟΛΙΤΗ"

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΠΑΙΔΙΟΥ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο που υπέβαλε η οικογένεια παιδιού για είδηση της εφημερίδας «Πολίτης» η οποία αναφερόταν σε απόφαση δικαστηρίου για σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού από τον πατριό του.

            Στο παράπονο διατυπωνόταν ισχυρισμός ότι με το δημοσίευμα αποκαλύφθηκε  η ταυτότητα του παιδιού και ότι, παρ’ όλο που η δίκη έγινε κεκλεισμένων των θυρών για προστασία του, δημοσιεύθηκαν λεπτομέρειες που προκάλεσαν ψυχικό κλονισμό στο παιδί.

            Η Επιτροπή, αφού εξέτασε την απάντηση της εφημερίδας, διαπίστωσε ότι δεν δημοσιεύθηκαν λεπτομέρειες οι οποίες θα ήταν δυνατό να αποκαλύψουν την ταυτότητα του παιδιού στο ευρύτερο κοινό.

Επίσης αποφάσισε ότι με τη δημοσίευση των λεπτομερειών του εγκλήματος παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του Κώδικα περί επίδειξης ιδιαίτερης προσοχής στην παρουσίαση θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα και ο ανθρώπινος πόνος, καθώς και διακριτικότητας και συμπάθειας και αποφυγής πράξεων που είναι δυνατό να οξύνουν τον ανθρώπινο πόνο.

            Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη ότι, με σκοπό την προστασία του ανηλίκου, η δίκη έγινε κεκλεισμένων των θυρών ώστε να μη δημοσιοποιηθούν λεπτομέρειες πέραν εκείνων που ο δικαστής θα έκρινε σκόπιμο να ανακοινώσει, επισημαίνει ότι τα ΜΜΕ θα πρέπει να επιδεικνύουν ιδιαίτερη μέριμνα κατά τη δημοσίευση ειδήσεων παρόμοιας φύσης.

       

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ "ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΥ"

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟΥ ΤΗΣ Ε.Φ.

           Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο της κ. Κικής Παπασωζόμενου, αδελφής του πιλότου ελικοπτέρων της Εθνικής Φρουράς Σμηναγού Ανδρέα Παπασωζόμενου για δημοσίευση προσωπικών δεδομένων που αφορούσαν την ίδια και την οικογένειά από τα ΜΜΕ και ειδικότερα από την εφημερίδα «Φιλελεύθερος» και για εξασφάλιση πληροφοριών με αντιδεοντολογικό τρόπο.

            Στο παράπονο διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι δημοσιογράφος του «Φιλελεύθερου» εξασφάλισε πληροφορίες υπό την κάλυψη ατόμου που πήγε να συλλυπηθεί την οικογένεια για το θάνατο του Ανδρέα Παπασωζόμενου σε συντριβή του ελικοπτέρου του.

            Για την εκδοχή αυτή, η εφημερίδα έδωσε εξηγήσεις αναφέροντας ότι ο δημοσιογράφος της εφημερίδας που πήγε στο σπίτι της οικογένειας όντως πήγε εκεί για να υποβάλει τα συλλυπητήριά του, ως ομοχώριος και ότι ο συντάκτης της είδησης ήταν διαφορετικός και είχε εξασφαλίσει τις πληροφορίες του από δικές του πηγές, χωρίς να έχει καμιά επαφή ή συνομιλία με το συνάδελφό του.

            Υπό το φως των εξηγήσεων αυτών, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το παράπονο για αντιδεοντολογική εξασφάλιση πληροφοριών με δόλιο τρόπο δεν είναι δυνατό να τεκμηριωθεί.

            Η εφημερίδα εξέφρασε επίσης τη λύπη της για τη δημοσίευση λεπτομερειών που αφορούσαν στην παραπονούμενη και μέλη της οικογένειάς της και την αναστάτωση που τους προκάλεσαν, αναφέροντας παράλληλα ότι οποιεσδήποτε αναφορές σε προσωπικά δεδομένα έγιναν στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής έρευνας και καταγραφής, χωρίς πρόθεση παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή ή παραβίασης προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

            Η Επιτροπή εκφράζει την ευαρέσκειά της τόσο για την πρόθυμη συνεργασία της εφημερίδας όσο και για το γεγονός ότι εξέφρασε λύπη για την αναφορά σε προσωπικά δεδομένα, αν και δεν υπήρχε «πρόθεση για παραβίαση των θεσμοθετημένων αρχών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας...» ή για «παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή της παραπονούμενης και της οικογένειάς της».

            Η Επιτροπή θεωρεί, ωστόσο, ότι ανεξάρτητα από την πρόθεση ή το σκοπό, η δημοσίευση προσωπικών δεδομένων αντιβαίνει προς την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και αποφυγής παρεμβάσεων και ερευνών στην ιδιωτική ζωή προσώπων, χωρίς της συγκατάθεσή τους.

Επίσης, ο ισχυρισμός που προβλήθηκε στον τίτλο είδησης της εφημερίδας ότι η παραπονούμενη  δίδει μάχη για τη ζωή συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του ΚΔΔ για μη δημοσίευση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

            Δεδομένου ότι παραπλήσιες πληροφορίες δημοσιεύθηκαν ή μεταδόθηκαν και από άλλα ΜΜΕ, η Επιτροπή καλεί τα ΜΜΕ και τους λειτουργούς τους να επιδεικνύουν απόλυτο σεβασμό προς την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα ατόμων.

       

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΔΥΣΜΕΝΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΣΕ ΒΑΡΟΣ

ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΡΙΚ 

            Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο του βουλευτή και Γενικού Γραμματέα του Κινήματος Οικολόγων-Περιβαλλοντιστών ότι το ΡΙΚ παρέλειψε να καλέσει εκπρόσωπο του Κινήματος σε οποιαδήποτε τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα σε σχέση με την επίσκεψη του βοηθού γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Ιμπραχίμ Καμπάρι στην Κύπρο.

            Ο κ. Περδίκης, στο αρχικό παράπονό του αναφέρθηκε σε «σαφή αποκλεισμό του (Κινήματος) από τηλεοπτικές/ραδιοφωνικές εκπομπές που έχουν σχέση με τις τελευταίες εξελίξεις στο Κυπριακό», παραπέμποντας υπό μορφή παραδείγματος στην τηλεοπτική εκπομπή της 6ης Ιουλίου, 2006, και στη συνέχεια αποσαφήνισε ότι το παράπονό του αφορούσε στην περίοδο 6-8 Ιουλίου, 2006 και σε όλες τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές του ΡΙΚ.

            Η Επιτροπή εξέτασε τις γραπτές θέσεις του ΡΙΚ επί του θέματος, που συνοψίζονται σε τέσσερα σημεία:

1. Οι θέσεις του Κινήματος προβάλλονται τακτικά και κάποτε δυσανάλογα σε σχέση με την εκλογική του δύναμη.

2. Στην τηλεοπτική εκπομπή της 6ης Ιουλίου δεν ήταν δυνατό να κληθούν εκπρόσωποι όλων των κομμάτων και ούτε το κριτήριο ήταν να κληθούν όλα τα εν τη Βουλή κόμματα.

3. Οι απόψεις του Κινήματος Οικολόγων δεν είναι ανάγκη να προβληθούν μέσα από εκπομπές λόγου και ότι ακούστηκαν κατά κόρο στα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά δελτία τυ ΡΙΚ.

3. Το κριτήριο πρόσκλησης σε εκπομπές είναι η σύσταση τέτοιας ομάδας, ώστε με βάση της εκφρασθείσες θέσεις των κομμάτων, ανεξάρτητα του μεγέθους τους ή αν είναι κοινοβουλευτικά ή όχι, «να προκαλεί συζήτηση υψηλού επιπέδου».

            Περαιτέρω η Επιτροπή εξέτασε κατάλογο εκπομπών, από τις οποίες προκύπτει ότι το Κίνημα Οικολόγων έχει συχνή παρουσία σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές του ΡΙΚ, αλλά καμιά παρουσία κατά την επίμαχη περίοδο 6-8 Ιουλίου 2006, με ειδικό θέμα συζήτησης την επίσκεψη Γκαμπάρι.

            Η Επιτροπή, επαναβεβαίωσε προηγούμενη απόφασή της ότι οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, κατά τη σχεδίαση και διαμόρφωση των εκπομπών τους και με βάση τον επιδιωκόμενο σκοπό, έχουν ελευθερία επιλογής των προσώπων που προσκαλούν για συμμετοχή σ’ αυτές.

            Δεδομένου ότι το παράπονο δεν αφορούσε ειδικά στην τηλεοπτική εκπομπή της 6ης Ιουλίου, 2006, αλλά στο τριήμερο 6-8 Ιουλίου, 2006, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η παράλειψη πρόσκλησης εκπροσώπου του Κινήματος Οικολόγων σε οποιαδήποτε ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή του ΡΙΚ για το ειδικό θέμα της επίσκεψης Γκαμπάρι,  δεν συνιστά ένδειξη σεβασμού προς την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης και του δικαιώματος του πολίτη για ολοκληρωμένη πληροφόρηση.

            

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΔΟΣΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ ΑΝΗΛΙΚΗΣ 

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε αυτεπαγγέλτως, ως εκ της σοβαρότητας της υπόθεσης και της συχνής επανάληψης του φαινομένου, την περίπτωση δημοσίευσης φωτογραφιών και ειδήσεων σε εφημερίδες, καθώς και μετάδοσης ειδήσεων από ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς για την ανεύρεση ανήλικης 15 χρόνων, που είχε αναφερθεί από την Αστυνομία ως εξαφανισθείσα.

Επειδή τα γεγονότα είναι τα ίδια ή ταυτόσημα σε όλες τις περιπτώσεις, η Επιτροπή αποφάσισε να εξετάσει όλες τις υποθέσεις μαζί.

Τα γεγονότα:

Στις 18 Μαϊου, 2005, η Αστυνομία εξέδωσε ανακοίνωση και απέστειλε προς τα ΜΜΕ φωτογραφία της ελλείπουσας ανήλικης Μ.Δ, ζητώντας τη συνδρομή του κοινού για την ανεύρεσή της.

Μετά την ανεύρεση της ανήλικης, ύστερα από δύο ημέρες, ΜΜΕ  δημοσίευσαν το γεγονός με λεπτομέρειες για διάφορα γεγονότα που επεσυνέβησαν στο μεσοδιάστημα. Μερικά ΜΜΕ επαναδημοσίευσαν το όνομα ή/και τη φωτογραφία της νέας, που είχε διανείμει η Αστυνομία, καθώς και δηλώσεις της ή λεπτομέρειες που αφορούσαν στην προσωπική της κατάσταση

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ζήτησε από τα καθ’ ων το παράπονο ΜΜΕ σχόλια και εξηγήσεις.

Οι έγγραφες ή προφορικές εξηγήσεις των ΜΜΕ ήταν περίπου οι ίδιες, δηλαδή ότι ενήργησαν καλή τη πίστη ή εκ παραδρομής και ότι τα γεγονότα που ακολούθησαν την εξαφάνισής θεωρήθηκαν ως συνέχεια της αρχικής είδησης της εξαφάνισής της.

Η Επιτροπή έκρινε ότι τα δημοσιεύματα και οι μεταδόσεις συνιστούσαν  παραβίαση των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για μη δημοσίευση προσωπικών στοιχείων, λήψη συνεντεύξεων από ανήλικους, μη αποκάλυψη, άμεσα ή έμμεσα, της ταυτότητας θυμάτων σεξουαλικών αδικημάτων και μη δημοσίευση φωτογραφιών παιδιών.

Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αρχική δημοσίευση με τη φωτογραφία της ανήλικης ως ελλείπουσας, τα ανακοινωθέντα που εκδόθηκαν και τα γεγονότα που επακολούθησαν ήταν τέτοια, ώστε να οδηγήσουν στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η αποκάλυψη της ταυτότητας της ανήλικης και η δημοσίευση της φωτογραφίας της είχαν ήδη γίνει και επομένως θα μπορούσαν να δημοσιευθούν.

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας σταθμίζουσα τα γεγονότα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ως άνω προσέγγιση των ΜΜΕ, παρ’ όλον ότι αντίκειται προς τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, αποτελεί ελαφρυντικό για μια κατά τα άλλα σοβαρή παραβίαση.

Επί του προκειμένου, η Επιτροπή επιθυμεί να επισημάνει ότι η έκδοση ανακοινώσεων από την Αστυνομία σε σχέση με διερευνώμενες υποθέσεις, με αναφορά ονομάτων, προς επίτευξη νόμιμου σκοπού, όπως η σύλληψη διαφευγόντων υπόπτων ή η ανεύρεση ελλειπόντων προσώπων, δεν αίρει την υποχρέωση τήρησης των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, για γεγονότα που ακολουθούν την επίτευξη του σκοπού έκδοσης της ανακοίνωσης.

Υπό τις περιστάσεις, η Επιτροπή αποφάσισε όπως μη γίνει ονομαστική αναφορά στα ΜΜΕ που παραβίασαν τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, αλλά να επιστηθεί η προσοχή των ΜΜΕ στην ανάγκη λήψης μέτρων για μη επανάληψη του φαινομένου.

********************** 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ

            Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε αυτεπαγγέλτως, καθώς και ύστερα από τη διατύπωση παραπόνων, τα επεισόδια που διαδραματίστηκαν σε βάρος δημοσιογράφων και εικονοληπτών, στις 18 Ιουλίου, 2005, έξω από το Τσιμεντοποιείο Μονής, στη διάρκεια απεργιακής εκδήλωσης των ιδιοκτητών φορτηγών οχημάτων.

            Επίσης εξέτασε το θέμα της παρέμβασης του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης προς το ΡΙΚ σχετικά με το περιεχόμενο του τηλεοπτικού δελτίου της 19ης Ιουλίου, 2005, καθώς και ανακοίνωσης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΡΙΚ, που μεταδόθηκε στις 20 Ιουλίου.

            Η Επιτροπή διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος του δημοσιογράφου για απρόσκοπτη πρόσβαση στις πηγές ειδήσεων και παρέμβαση στο έργο των δημοσιογράφων.

            Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ανέθεσε τη διερεύνηση του θέματος σε υποεπιτροπή, η οποία έκαμε ενδελεχή έρευνα, με τη λήψη μαρτυρικών καταθέσεων, την εξέταση οπτικού υλικού και τη συλλογή άλλων σχετικών στοιχείων, με αποκλειστικό σκοπό να διακριβωθεί κατά πόσο είχε παραβιασθεί το δικαίωμα πρόσβασης στις πηγές και της ελευθερίας έκφρασης και το δικαίωμα του κοινού για πλήρη, έγκαιρη και έγκυρη πληροφόρηση.

Η υποεπιτροπή είχε την πρόθυμη συνεργασία της Αστυνομίας, εκπρόσωποι της οποίας παρουσίασαν την εκδοχή της Δύναμης για τα επεισόδια, του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, που έθεσε στη διάθεση της Επιτροπής οπτικό υλικό και έδωσε διάφορες πληροφορίες και των δύο άμεσα εμπλεκομένων δημοσιογράφων, του κινηματογραφιστή κ. Κυριάκου Χαραλάμπους και της ανταποκρίτριας του ΡΙΚ στη Λεμεσό κ. Σωτηρούλας Χριστοφίδου.

Η Επιτροπή, αφού μελέτησε την εισήγηση της υποεπιτροπής και εξέτασε τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της, κατέληξε στα ακόλουθα ευρήματα:

1. Κατά τα επεισόδια στο Τσιμεντοποιείο Μονής, ο κινηματογραφιστής Κυριάκος Χαραλάμπους, εκτελώντας δημοσιογραφική αποστολή, βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, χωρίς να παρεμποδίζει το έργο της Αστυνομίας και κινηματογραφούσε σοβαρό επεισόδιο μεταξύ απεργού και μελών της ΜΜΑΔ.

2. Ενώ κινηματογραφούσε, μέλος της ΜΜΑΔ έβαλε το χέρι του μπροστά στο φακό της κάμερας και την έσπρωξε προς τα κάτω, με αποτέλεσμα να προκληθεί επεισόδιο, στη διάρκεια του οποίου ο κινηματογραφιστής σπρώχθηκε και έπεσε στο έδαφος και η κάμερα ξέφυγε από τα χέρια του και έπεσε στο χώμα με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά.

3. Μέλος της ΜΜΑΔ, με τον ισχυρισμό ότι κτυπήθηκε στο πρόσωπο, τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν υπό σύλληψη και του τοποθέτησε χειροπέδες, με τα χέρια οπισθάγκωνα, παρά το γεγονός ότι ο κινηματογραφιστής απάντησε ότι ήταν πρόθυμος να τον ακολουθήσει.

4. Αλλο μέλος της ΜΜΑΔ, κρατώντας τις χειροπέδες και στρίβοντάς τις, τον τραβούσε προς  αστυνομικό όχημα μεταφοράς κρατουμένων, προκαλώντας ισχυρό πόνο.

5. Ο κινηματογραφιστής οδηγήθηκε σε αστυνομικό κρατητήριο και παρέμεινε υπό αστυνομική κράτηση για αρκετές ώρες. 

Οι ενέργειες αυτές κρίνονται ως παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για σεβασμό του δικαιώματος του δημοσιογράφου για απρόσκοπτη πρόσβαση στις πηγές ειδήσεων και κατ’ ακολουθία της ελευθερίας έκφρασης και του δικαιώματος του κοινού για ολοκληρωμένη, έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση.

            Η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι η παραβίαση αυτή καθίσταται πιο σοβαρή λόγω της αχρείαστης υπό τις συνθήκες τοποθέτησης χειροπέδων, γεγονός που συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση, και της πρόκλησης σωματικού πόνου, καθώς και της στέρησης της ελευθερίας του κινηματογραφιστή.

            Για τα γεγονότα αυτά η Επιτροπή εκφράζει την αποδοκιμασία της.

            Με σκοπό να διακριβωθεί κατά πόσο συνιστούσαν παράβαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, η Επιτροπή εξέτασε επίσης θέμα ενδεχόμενης παρέμβασης του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, καθώς και το θέμα της ανακοίνωσης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΡΙΚ, που εκδόθηκε και μεταδόθηκε διαφωνούντων του Γενικού Διευθυντή και του Διευθυντή Ειδήσεων και άλλων λειτουργών του Τμήματος Ειδήσεων.

            Ο Υπουργός, σε δήλωσή του, ανέφερε ότι ύστερα από παρέμβασή του, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΡΙΚ εξέδωσε ανακοίνωση για τον τρόπο παρουσίασης των γεγονότων από το δελτίο ειδήσεων στις 19 Ιουλίου, για την οποία και εξέφρασε ικανοποίηση.

            Επίσης, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης έκαμε προσωπική παρέμβαση στο Δελτίο Ειδήσεων στις 19 Ιουλίου, κατά την οποία διεξήχθη διάλογος σε έντονο ύφος με την παρουσιάστρια του δελτίου.

            Η Επιτροπή  θεωρεί ότι η ενέργεια της παρέμβασης συνιστούσε άσκηση του δικαιώματος απάντησης και της παρουσίασης της άλλης άποψης.

            Ωστόσο σημείωσε ότι, αν και θα ήταν σωστό να υπάρχει και η άλλη άποψη, οι κατηγορίες που διατύπωσε ο Υπουργός για έλλειψη αντικειμενικότητας και ο τρόπος και το ύφος με το οποίο έγινε, καθώς και η έκδοση της δημόσιας ανακοίνωσης του Δ.Σ. του ΡΙΚ στις 20 Ιουλίου, 2005 για μονόπλευρη παρουσίαση των γεγονότων από το Ιδρυμα, είναι δυνατό, αν τα δύο ζητήματα συσχετισθούν, να ερμηνευθούν ως προσπάθεια παρέμβασης στο έργο των δημοσιογράφων και επηρεασμού της ανεξαρτησίας τους, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του ΚΔΔ.

 

********************** 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ Γ.Γ. ΤΟΥ ΑΚΕΛ

 Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε δημοσίευμα της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ που αναφερόταν στο Γενικό Γραμματέα του ΑΚΕΛ κ. Δημήτρη Χριστόφια, ημερομηνίας 25/9/2005.

Το υπό κρίση δημοσίευμα αφορούσε συνεδρία της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ και αναφερόταν στον κ. Χριστόφια, με τη φράση, μεταξύ άλλων, «ο σύντροφος έστριψε τον ευτραφή ποπό του στην καρέκλα, φούσκωσε, πήρε το κόκκινο χρώμα της επανάστασης, αλλά τελικά δεν εξερράγη».

Υστερα από συζήτηση του θέματος, η Επιτροπή κατέληξε στη διαπίστωση ότι το πιο πάνω δημοσίευμα εμπίπτει στις πρόνοιες του ΚΔΔ, ως καλυπτόμενο από την ευρεία ερμηνεία δικαιοδοτικών οργάνων Διεθνών Συμβάσεων Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ιδιαίτερα για τον όρο «καθεστώς», ο οποίος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του ατόμου.

Ο Αρχισυντάκτης της εφημερίδας, σε απαντητικό του σχόλιο προς την Επιτροπή ανέφερε ότι το δημοσίευμα «λόγω της φύσης της στήλης είναι διανθισμένο με χιούμορ».

Η Επιτροπή αποφάνθηκε ότι, ανεξάρτητα από το αν το κείμενο μπορεί να χαρακτηρισθεί σατιρικό ή όχι, περιείχε αναφορά σε προσωπικά χαρακτηριστικά ατόμου.

Για το λόγο αυτό η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση ότι το δημοσίευμα δεν συνάδει προς τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ότι τα ΜΜΕ αποφεύγουν οποιαδήποτε απ’ ευθείας ή άλλη αναφορά σε προσωπικά χαρακτηριστικά.

********************** 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

ΓΙΑ ΑΝΑΚΡΙΒΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ

 Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο του  Υπουργού Εσωτερικών κ. Ανδρέα Χρίστου για δημοσίευση παραποιημένου εγγράφου από την εφημερίδα ΣΗΜΕΡΙΝΗ.

Η Επιτροπή αποφάσισε ότι το δημοσίευμα συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για την ακρίβεια των πληροφοριών.

Το έγγραφο δημοσιεύθηκε στην έκδοση της 29ης Σεπτεμβρίου, 2005 και αναφερόταν σε πρόταση του Υπουργείου Εσωτερικών προς το Υπουργικό Συμβούλιο σε σχέση με «αιτήσεις για απόκτηση της Κυπριακής Υπηκοότητας από πρόσωπα των οποίων ο ένας γονέας είναι Κύπριος πολίτης ή πρόσωπο Κυπριακής καταγωγής και ο άλλος αλλοδαπός, ο οποίος εισήλθε ή διαμένει παράνομα στην Κύπρο, με βάση το άρθρο 109 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου».

Το επίμαχο μέρος του δημοσιεύματος αφορά στην παράγραφο 3 της πρότασης, η οποία, στο πρωτότυπο κείμενο αναφέρει ότι «με την παρούσα υποβάλλονται στο Υπουργικό Συμβούλιο ως παράρτημα Β, Πίνακας 172 αιτήσεων για την απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας, οι οποίες εμπίπτουν στις πρόνοιες του ανωτέρω Αρθρου του Νόμου. Οι αιτήσεις Α/Α 1 μέχρι 134 του Πίνακα αφορούν πρόσωπα τα οποία έχουν Τ/Κ μητέρα ενώ οι υπόλοιπες αιτήσεις πρόσωπα τα οποία έχουν Τ/Κ πατέρα».

Στο δημοσίευμα της ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ το δεύτερο μέρος της παραγράφου αναφέρει ότι «οι αιτήσεις Α/Α 1 μέχρι 134 του Πίνακα αφορούν πρόσωπα τα οποία έχουν πατέρα Τούρκο έποικο και μητέρα Τουρκοκύπρια, ενώ οι υπόλοιπες αιτήσεις πρόσωπα τα οποία έχουν Τ/Κ πατέρα».

Στις απαντητικές παρατηρήσεις του προς την ΕΔΔ, ο Αρχισυντάκτης της εφημερίδας κ. Γεώργιος Τζιώρτζιος ανέφερε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρόθεση παρέμβασης στο κείμενο και ότι εκ παραδρομής η φράση «...με πατέρα Τούρκο έποικο» παρουσιάστηκε ως μέρος της πρότασης του Υπουργού αντί να τοποθετηθεί μέσα σε παρένθεση με την ένδειξη Σ.Σ (σημείωση σύνταξης)».

Η εφημερίδα προέβη σε διευκρίνηση στην επόμενη της έκδοση, ύστερα από σχετικές δηλώσεις του Υπουργού Εσωτερικών.

Η επιτροπή σημείωσε, ωστόσο, ότι η παρεμβολή της φράσης «...με πατέρα Τούρκο έποικο» με την παράλειψη της ταυτόχρονης διευκρίνησης ότι επρόκειτο για ερμηνευτικό σχόλιο της σύνταξης της εφημερίδας συνιστά σοβαρή παραβίαση της πρόνοιας του ΚΔΔ η οποία καθορίζει ότι τα ΜΜΕ μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς ή  παραπλανητικές πληροφορίες και να καθιστούν σαφή τη διάκριση μεταξύ γεγονότος και σχολίου ή εικασίας και ως εκ τούτου η επανόρθωση θα έπρεπε να ήταν σαφής και κατηγορηματική.

********************** 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΜΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΡΙΚ

ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΓΚΙΝΤΕΡ ΦΕΡΧΟΙΓΚΕΝ

 

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ασχολήθηκε αυτεπαγγέλτως και με παράπονο εναντίον ΡΙΚ  σχετικά με «τις καταγγελίες του Επιτρόπου της Ευρωπαϊκής Ενωσης Γκίντερ Φερχόιγκεν ότι παρεμποδίσθηκε η εμφάνισή του σε τηλεοπτικό ή τηλεοπτικά προγράμματα του ΡΙΚ, πριν από το δημοψήφισμα, με στόχο την παρεμπόδιση της αντικειμενικής ενημέρωσης του κοινού» σχετικά με το σχέδιο Ανάν.

Το παράπονο εξετάστηκε σε συνεδρίες υποεπιτροπής στις οποίες προσήλθαν και κατέθεσαν ο Γενικός Διευθυντής του ΡΙΚ κ. Μάριος Μαυρίκιος και ο Διευθυντής Προγραμμάτων Τηλεόρασης κ. Αντρος Παυλίδης. Η υποεπιτροπή μελέτησε επίσης γραπτές απαντήσεις που υπέβαλαν ο επικεφαλής της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο κ. Αντριαν βαν ντερ Μιρ και ο δημοσιογράφος του ΡΙΚ κ. Κώστας Γεννάρης, καθώς και άλλα σχετικά έγγραφα που υποβλήθηκαν.

 Η υποεπιτροπή υπέβαλε έκθεση στην ολομέλεια της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, η οποία συζήτησε το θέμα επί μακρόν.

 Αν και από το μαρτυρικό υλικό δεν απεδείχθη ότι υπήρξαν παρεμβάσεις, η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εσωτερικές διαδικασίες του ΡΙΚ και άλλοι λόγοι, που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, δεν επέτρεψαν να ικανοποιηθεί η επιθυμία του Επιτρόπου Φερχόιγκεν να δώσει συνέντευξη στο ΡΙΚ, γεγονός που μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν συνάδει πλήρως με το γράμμα και το πνεύμα του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

********************** 

  ΑΠΟΦΑΣΗ  ΕΠΙ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ

ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ NEW EXTRA

 Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε καταγγελίας της Ψυχιατρικής Εταιρείας Κύπρου εναντίον του τηλεοπτικού σταθμού Λεμεσού «New Extra” για παρουσίαση νέας «χαμηλής νοημοσύνης», σύμφωνα με την καταγγελία της Ψυχιατρικής Εταιρείας Κύπρου, η οποία διατύπωσε καταγγελίες, σε ρεπορτάζ που μεταδόθηκε στις 25.8.03 και αναμεταδόθηκε στις  27.8.03, εναντίον του θεράποντος ιατρού της και συγκεκριμένων λειτουργών του «Κέντρου Ημέρας», χωρίς διασταύρωση ή επαλήθευση.

Η Επιτροπή μελέτησε το θέμα και εξέφρασε την έντονη δυσφορία της γιατί η διεύθυνση του σταθμού, όχι μόνο αρνήθηκε να προμηθεύσει, ως όφειλε,  την Επιτροπή με το οπτικό υλικό που αποτελούσε αντικείμενο του παραπόνου, επικαλούμενη πάροδο του χρόνου, αλλά και αρνήθηκε να ανταποκριθεί σε τρεις υπομνήσεις να παραθέσει τις απόψεις της.

Υστερα από διεξοδική συζήτηση, η Επιτροπή ομόφωνα κατέληξε στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

1.       Θεωρεί το θέμα ιδιαίτερα σοβαρό, λόγω της φύσης και του  περιεχομένου του ρεπορτάζ.

2.       Υπήρξαν σοβαρές παραβιάσεις του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας  στα ακόλουθα σημεία:

(α). Οι καθ’ ων το παράπονο, γνώριζαν ότι φιλοξενούσαν δηλώσεις «νεαρής ψυχασθενούς νέας κοπέλας» (εισαγωγή σε αναμετάδοση ρεπορτάζ), δηλαδή ατόμου για την ακρίβεια των δηλώσεων του οποίου δεν μπορούσαν να είναι βέβαιοι. Κατά συνέπεια δεν επέδειξαν τη δέουσα μέριμνα ώστε να μη μεταδοθούν «ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια».

(β). Παρέλειψαν να δώσουν «στους επηρεαζόμενους...ιδιαιτέρως όταν έχουν υποστεί επίθεση, την ευκαιρία να απαντήσουν». Η παράλειψη αφορά τόσο τους δύο κατονομαζόμενους στο ρεπορτάζ λειτουργούς του Κέντρου Ημέρας, οι οποίοι δεν προσεγγίστηκαν καθόλου, όσο και τον θεράποντα ιατρό της νέας. Στην περίπτωση του ιατρού οι καθ’ ων το παράπονο όφειλαν να λάβουν υπόψη το γεγονός ότι, αν και ζήτησαν τις απόψεις του, κωλυόταν να μιλήσει λόγω του ιατρικού απορρήτου.

(γ). Σε κανένα σημείο των δηλώσεών της η νεαρή ανέφερε ότι ήταν ψυχασθενής. Αντίθετα, ανέφερε ότι δεν ήθελε να κλεισθεί σε ψυχιατρείο. Στην εισαγωγή του ρεπορτάζ αναφέρθηκε ότι επρόκειτο για δηλώσεις «νεαρής ψυχασθενούς νέας κοπέλας». Η αναφορά στη διανοητική της κατάσταση συνιστά δυσμενή διάκριση και διαπόμπευση και παραβιάζει την αρχή της επίδειξης «αρμόζουσας ευαισθησίας» σε θέματα ανθρώπινου πόνου και έλλειψη σεβασμού προς την ιδιωτική ζωή, έστω και αν οι δηλώσεις έγιναν οικειοθελώς.

(δ) Υπήρξε άρνηση των καθ’ ων το παράπονο να συνεργασθούν πλήρως με την Επιτροπή.

 Εν όψει των ανωτέρων η Επιτροπή διαπίστωσε παραβιάσεις των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας που αφορούν στην ακρίβεια των πληροφοριών, στην παροχή ευκαιρίας για απάντηση σε επηρεαζομένους και του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

Η Επιτροπή αποφάσισε να αποστείλει την απόφαση προς μετάδοση από τον σταθμό NEW EXTRA και στα ΜΜΕ για δημοσίευση.

       

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΑΝΤΕΝΝΑ, ΜΕΓΑ ΚΑΙ ΣΙΓΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ

ΜΕ ΤΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΥΠΟΠΤΩΝ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ

 Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ασχολήθηκε με παράπονο σχετικά με τη μετάδοση τηλεοπτικών ρεπορτάζ από τους Σταθμούς ΑΝΤΕΝΝΑ, ΜΕΓΑ ΚΑΙ ΣΙΓΜΑ που αναφέρονταν στην ανακάλυψη κυκλώματος πλαστών εγγράφων για αλλοδαπούς και στη σύλληψη 35 περίπου αλλοδαπών για παράνομη είσοδο και παραμονή στην Κύπρο.

Η Επιτροπή κρίνει ότι το θέμα είναι μείζονος δημοσίου ενδιαφέροντος και ότι δεν παραβιάστηκαν τα κριτήρια τις ακρίβειας και αντικειμενικότητας.

Ομως η Επιτροπή θεωρεί ότι η προβολή εικόνων των συλληφθέντων αλλοδαπών να σύρονται αλυσοδεμένοι στα αστυνομικά οχήματα και στα κρατητήρια συνιστά διαπόμπευση υπόπτων και εμπεριέχει το στοιχείο της προκατάληψης με βάση την εθνική προέλευση.

Επίσης θεωρεί ότι με τα ρεπορτάζ παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας των συλληφθέντων, αφού με το περιεχόμενό τους και την παρουσίαση εικόνων όλων των συλληφθέντων εδίδετο η εντύπωση ότι όλοι αδιακρίτως εμπλέκονταν στο δίκτυο πλαστών εγγράφων.

Η Επιτροπή επαναλαμβάνει τη σύστασή της για σεβασμό των δικαιωμάτων των υπόπτων  και μη παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητος και επισύρει την προσοχή στο γεγονός ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αφορά σε όλους, περιλαμβανομένων και των αλλοδαπών.

Ιδιαίτερα ως προς το σημείο της σύλληψης αλλοδαπών λαθρομεταναστών, σημειώνει τη σύσταση του απεσταλμένου του Συμβουλίου της Ευρώπης  Αλβαρο Γκιλ Ρόμπλες για αποποινικοποίηση της λαθρομετανάστευσης.

        

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΑΝΤΕΝΝΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΚΑΤ’ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟ

ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΕ ΣΧΟΛΕΙΟ

 Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε δημόσια καταγγελία της ΟΕΛΜΕΚ που έγινε δια του Τύπου εναντίον του Τηλεοπτικού Σταθμού ΑΝΤΕΝΝΑ για προβολή ρεπορτάζ στις 26 Μαΐου, 2003, περί σεξουαλικών πράξεων μεταξύ μαθητών στην αυλή σχολείου της Λευκωσίας.

Ο ΑΝΤΕΝΝΑ μετέδωσε τρία ρεπορτάζ για το θέμα.

Στις 26 Μαίου, 2003 μεταδόθηκε είδηση που ανέφερε ότι πατέρας κατάγγειλε τηλεφωνικώς ότι ο γιος του, του είχε αναφέρει πως μαθητής της δευτέρας Λυκείου της Λευκωσίας εξανάγκασε μαθήτρια να κάμει στοματικό έρωτα στη μέση της αυλής, ενώ άλλοι μαθητές παρακολουθούσαν και ότι άλλος μαθητής εξανάγκασε μαθήτρια να βγάλει το στηθόδεσμό της.

Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΟΕΛΜΕΚ επιβεβαίωσε ότι η ίδια καταγγελία είχε γίνει και προς την οργάνωση.

Το ρεπορτάζ δεν κατωνόμαζε το σχολείο αλλά προβλήθηκαν εικόνες που σαφώς παρέπεμπαν σε συγκεκριμένο Λύκειο.

Την επομένη ο ΑΝΤΕΝΝΑ μετέδωσε ρεπορτάζ με δηλώσεις του Προέδρου της ΟΕΛΜΕΚ ο οποίος ανέφερε ότι η καταγγελία δεν επιβεβαιώνεται και εξέφρασε την άποψη ότι επρόκειτο για φάρσα.

Το ίδιο ρεπορτάζ περιείχε δηλώσεις μαθητών και μαθητριών που ανέφεραν ότι το θέμα είχε γίνει αντικείμενο ευρείας συζήτησης και διευκρίνιζε πως η καταγγελία δεν αφορούσε στο σχολείο, από το οποίο είχαν προβληθεί εικόνες.

Στις 2 Ιουνίου, 2003, η ΟΕΛΜΕΚ εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία κατάγγελλε τη μετάδοση του ρεπορτάζ και ανέφερε ότι όλα τα στοιχεία που είχε αναφέρει ο φερόμενος γονιός είχαν διερευνηθεί και διαπιστώθηκε ότι ήταν χαλκευμένα, ενώ η ταυτότητα του καταγγείλαντος δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί.

Μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης, ο ΑΝΤΕΝΝΑ μετέδωσε στις 3 Ιουνίου σύντομο ρεπορτάζ που ανέφερε τις διαπιστώσεις της έρευνας της ΟΕΛΜΕΚ ότι τα στοιχεία που είχαν αναφερθεί ήταν ανύπαρκτα και χαλκευμένα.

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ζήτησε τα τρία ρεπορτάζ καθώς και τις απόψεις του ΑΝΤΕΝΝΑ, που ανταποκρίθηκε πρόθυμα.

Ο Διευθυντής Ειδήσεων του ΑΝΤΕΝΝΑ, στην απάντησή του προς την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας αναφέρθηκε στα γεγονότα και στη μετάδοση διορθωτικού ρεπορτάζ και κατέληξε ότι «ο όλος θόρυβος είναι προφανές ότι είναι περιττός».

Η Επιτροπή εκφράζει εκτίμηση για την πρόθυμη ανταπόκριση του ΑΝΤΕΝΝΑ να συνεργασθεί και θεωρεί ότι ανταποκρίθηκε στην πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για το δικαίωμα απάντησης και την υποχρέωση διόρθωσης.

Η Επιτροπή κρίνει, όμως, ότι ο ΑΝΤΕΝΝΑ παραβίασε την πρόνοια του Κώδικα περί ακρίβειας, μεταδίδοντας μια σοβαρή καταγγελία που ήταν προβλεπτό ότι θα προκαλούσε κοινωνικό σάλο, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Η Επιτροπή θεωρεί λόγω της σοβαρότητας και του περιεχόμενου των ισχυρισμών θα έπρεπε να είχε επιδειχθεί μέριμνα εξακρίβωσης της ταυτότητας του καταγγέλλοντος και επιβεβαίωσης της ορθότητας της καταγγελίας.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η μετάδοση εικόνων που παρέπεμπαν σε συγκεκριμένο σχολείο συνιστούσε παράβαση ρητής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί ακρίβειας.

**********************

  ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΦΕΡΟΜΕΝΟ ΒΙΑΣΜΟ

ΑΝΗΛΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΤΟ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΑ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας  εξέτασε καταγγελία εναντίον των τηλεοπτικών σταθμών ΡΙΚ, ΑΝΤ1, ΣΙΓΜΑ, ΜΕΓΑ ότι σε τηλεοπτικό ρεπορτάζ που μεταδόθηκε στις  7 Σεπτεμβρίου, 2003, σχετικά με φερόμενο βιασμό ανήλικης από τον πατριό της, περιέχονταν στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν εμμέσως σε αποκάλυψη της ταυτότητας της ανήλικης.

 Τέτοια στοιχεία ήταν, μεταξύ άλλων, αναφορές στην εθνική καταγωγή της, την οικογενειακή της κατάσταση και συνθήκες, δηλώσεις τις μητέρας της και η ιδιότητα και άλλες ασχολίες του φερόμενου ως βιαστή.

 Η Επιτροπή αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία στη διάθεσή της έκρινε ότι τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ των σταθμών ΡΙΚ, ΑΝΤ1, ΣΙΓΜΑ, ΜΕΓΑ για το θέμα περιείχαν στοιχεία που καθιστούσαν δυνατή την αποκάλυψη της ταυτότητας της ανηλίκου, κατά παράβαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

 Η Επιτροπή σημείωσε με ευαρέσκεια το γεγονός ότι οι καθ’ ων το παράπονο αναγνώρισαν την παραβίαση του κώδικα και απολογήθηκαν και τόνισε την ανάγκη να ληφθούν μέτρα για να μη επαναληφθεί το φαινόμενο αυτό.

 Η Επιτροπή αποφάσισε όπως η απόφαση αποσταλεί στους καθ’ ων το παράπονο και στις εφημερίδες, με την παράκληση να δημοσιευθεί, όπως προβλέπεται στον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

       

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΟΥ ΡΙΚ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΠΑΦΟΥ

Υστερα από καταγγελία που έγινε δια του Τύπου, η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε το θέμα της μετάδοσης από το Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου ρεπορτάζ για επίσκεψη του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου, στις 26 Μαίου, 2003.

Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι με το ρεπορτάζ υπήρξαν σοβαρές παραβιάσεις του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

Κατά την εξέταση της υπόθεσης η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας έλαβε υπ' όψη όλες τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, οι οποίες θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι παραβιάστηκαν από το ρεπορτάζ, δηλαδή της ακρίβειας της είδησης, της απόκτησης των πληροφοριών, της παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή και της δυσμενούς διάκρισης-προκατάληψης.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το θέμα ήταν μεγάλου δημοσίου ενδιαφέροντος, καθ' όσον αφορά στην κατάσταση της υγείας του προκαθημένου της Εκκλησίας της Κύπρου και κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο επίκεντρο καθημερινών συζητήσεων. Σημείωσε ακόμη ότι η Ιερά Σύνοδος ήταν διχασμένη στον τοποθέτηση κατά πόσο πρέπει να γίνουν Αρχιεπισκοπικές εκλογές ή όχι.

Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η απόκτηση των πληροφοριών, περιλαμβανομένης της κινηματογράφησης, έγινε με νόμιμο τρόπο και με την άδεια τόσο των συνοδών του Αρχιεπισκόπου, συγγενούς και νοσηλευτή, όσο και του αρμόδιου για το χώρο Μητροπολίτη Πάφου.

Διαπίστωσε επίσης ότι το ρεπορτάζ δεν εμπεριέχει στοιχεία προκατάληψης και αφού εξέτασε όλα τα συναφή γεγονότα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά την ετοιμασία του επιδείχθηκε μέριμνα για αντικειμενική παρουσίαση του θέματος και μη διαπόμπευση του Αρχιεπισκόπου.

Ως προς το οπτικό μέρος του ρεπορτάζ, η Επιτροπή έκρινε ότι υπήρξε μια υπέρ το δέον επαναφορά της εικόνας του Αρχιεπισκόπου, που μπορούσε και θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί.

Με την ευκαιρία αυτή, η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επαναλαμβάνει τη σύστασή της προς τα Μέσα Ενημέρωσης, κυρίως τα τηλεοπτικά, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη μέριμνα στη λήψη και προβολή εικόνων κατά τρόπο που να μη συνιστούν παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

********************** 

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΔΥΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ  ΤΟΥ "ΜΕΓΑ"

ΓΙΑ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΘΗΛΕΩΝ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου  εναντίον του ραδιοτηλεοπτικού σταθμού ΜΕΓΑ για ισχυρισμό, σε ζωντανό ρεπορτάζ, για σεξουαλική παρενόχληση κοριτσιού από τον Αιγύπτιο πατριό του.

Η Επιτροπή αποδέχθηκε τις εξηγήσεις του σταθμού  ότι ο ισχυρισμός έγινε από ρεπόρτερ σε απ' ευθείας μετάδοση, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με οποιοδήποτε υπεύθυνο και σημείωσε το γεγονός ότι έγινε επανόρθωση με την πρώτη ευκαιρία και αυστηρή σύσταση προς το ρεπόρτερ. Η Επιτροπή εξέφρασε ευαρέσκεια για τον ορθό τρόπο με τον οποίο η διεύθυνση του ΜΕΓΑ ενήργησε στην περίπτωση αυτή.

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε επίσης παράπονο σχετικά με ρεπορτάζ του ΜΕΓΑ στις 2.12.2003 για συμπερίληψη στοιχείων, όπως η εθνική καταγωγή, η ηλικία, το χωριό διαμονής και η οικογενειακή κατάσταση, που οδηγούσαν στην αποκάλυψη της ταυτότητας του θύματος σεξουαλικής επίθεσης.

Η ΕΔΔ διαφωνεί με τη θέση του σταθμού ότι η αποκάλυψη λεπτομερειών που οδηγούσαν στην αποκάλυψη της ταυτότητας του θύματος «ήταν αναπόφευκτες από τη στιγμή που ο ίδιος ο σύζυγος του θύματος προέβη οικειοθελώς σε δηλώσεις προς τα ΜΜΕ για το όλο συμβάν».

Η Επιτροπή τονίζει ότι η προστασία που παρέχεται από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας σε θύματα σεξουαλικών εγκλημάτων είναι ατομική και απόλυτη και δεν εξαρτάται από τη συμπεριφορά κανενός άλλου.

Κατά συνέπεια, ο σταθμός όφειλε να είχε παραλείψει στοιχεία που οδηγούσαν στην αποκάλυψη της ταυτότητας του θύματος, έστω και αν ο σύζυγος προέβη σε δηλώσεις για το συμβάν.

********************** 

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΡΙΚ ΓΙΑ ΜΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΔΗΛΩΣΕΩΝ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου του Προέδρου το Λαϊκού Σοσιαλιστικού Κινήματος για μη μετάδοση δηλώσεών του προέδρου του κ. Λάκη Ιωάννου, που έγιναν στις 16 Φεβρουαρίου, 2004, ύστερα από συνάντησή με τον Πρόεδρο του ΑΔΗΚ και στην παρουσία του, κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 19 του Συντάγματος.

Η Επιτροπή, κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας ζήτησε τις απόψεις του ΡΙΚ, το οποίο δια των αρμοδίων λειτουργών του ανέφερε,  μεταξύ άλλων, ότι το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κίνημα, αν και μη «πολιτικό κόμμα» εν τη εννοία του νόμου για σκοπούς ραδιοτηλεοπτικής κάλυψης,  καλύπτεται ειδησεογραφικά όταν αυτό δικαιολογείται, με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια

Επί πλέον, ανέφερε ότι οι συγκεκριμένες δηλώσεις του κ. Λάκη Ιωάννου δεν κρίθηκε ότι περιείχαν το στοιχείο της είδησης, επειδή σκοπός της λήψης δηλώσεων στην αναφερομένη περίπτωση ήταν η παρουσίαση των απόψεων των μελών του Εθνικού Συμβουλίου, και όχι όλων των κομμάτων ή πολιτικών κινήσεων, επί του Σχεδίου Ανάν και επίσης ότι η παρουσία του κ. Ιωάννου κατά τη λήψη των δηλώσεων από τον πρόεδρο του ΑΔΗΚ ήταν τυχαία.

Η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, κρίνει ότι είναι υποχρέωση των ΜΜΕ να παρέχουν ισότιμη μεταχείριση και «αντικειμενική, ολοκληρωμένη και έγκυρη ενημέρωση».

Επί  του συγκεκριμένου παραπόνου, δέχθηκε τις εξηγήσεις του ΡΙΚ για τις περιστάσεις υπό τις οποίες λήφθηκαν οι δηλώσεις και τους σκοπούς του ρεπορτάζ και συνεπώς έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

**********************